Φίνα και λεπτά, επαναλαμβανόμενα σίδερα δημιουργούν τα ράφια, αλλά συνεχίζουν και κάθετα, ρέουν παντού στο έπιπλο… και δημιουργούν ένα συνεχώς μεταβαλλόμενο παιχνίδι με το φως. Συχνά, ανάλογα με τη θέση από την οποία βλέπει κανείς το έπιπλο και ανάλογα με την κλίση και τη γωνία οπτικής, τα σίδερα σχηματίζουν «πλήρεις» όγκους και, με την παραμικρή μετακίνηση του θεατή, επανέρχονται στην πραγματική τους στοιχείωση.
Δίνουν μια ελαφρότητα στην κατασκευή αλλά και μια ενότητα, που «ντύνει» τη δομή και αυξομειώνεται με μια μουσικότητα. Ταυτόχρονα συνομιλούν με τον βασικό σκελετό της κατασκευής, της οποίας το ύψος αυξομειώνεται με βάση τις αναλογίες του χώρου του γραφείου, το φυσικό φως και ανάλογα με τα σημεία χρήσης.
Υπάρχουν κενά από την ύπαρξη ραφιών σε διάφορα σημεία, γεγονός που καθιστά την κατασκευή έναν οργανισμό με τον χώρο και αναπόσπαστο κομμάτι του, καθώς το ζητούμενο ήταν η επίπλωση ολόκληρου του χώρου. Θέλουμε να «τρέχει» παντού, αλλά να παίρνει και «ανάσες».
Η ιδέα της τοποθέτησης στους δύο απέναντι τοίχους μας οδηγεί στη λογική καθρέφτη ενός πανομοιότυπου σχεδίου της κατασκευής, κάτι το οποίο δεν είναι ανιαρό, λόγω του παιχνιδίσματος της μορφής, αλλά το εντείνει. Ο χώρος πλέον αποτελείται από τις κατασκευές σε όλο το μήκος των ελεύθερων τοίχων και υποχωρεί υψομετρικά προς τον τοίχο που είναι γεμάτος παράθυρα, γινόμενος ένα με αυτόν, καθώς διαδρά με το φυσικό φως, την πηγή αλληλεπίδρασης φωτός και σκιάς.